Όποιος δεν πέθανε από ανία και χασμουρητό παρακολουθώντας τον τελικό του Τσαμπιοσλή, είναι ή ψεύτης ή βάζελος, δηλαδή έχει ανοσία τόσο στο τσούκου τσούκου των Γερμανών που ζάλιζαν τη μπάλα χαρτογραφώντας σπιθαμή προς σπιθαμή την έκταση του γκαζόν έξω από τη μεγάλη περιοχή, αλλά και εντυπωσιάζεται από τα τρία ξεσπάσματα που θα συμβούν, πάνω στην κακιά στιγμή, σε κάποιο πετάρισμα των ματιών των αμυντικών, σε κάποιο γλάρωμα –προφανώς αποτέλεσμα του θεάματος που παρακολουθούσαν κι αυτοί οι ταλαίπωροι από τα μετόπισθεν. Και εδώ που τα λέμε, αυτός ο μπαγάσας ο Μιλίτο, ήξερε να χτυπάει πάνω εκεί που πήγαινε να σε πάρει για τα καλά ο ύπνος, λίγο πριν αποφασίσεις ότι το ημίχρονο λήγει άμπαλο και μυρίζεσαι ήδη την αγγαρεία της παράτασης και, ακόμα χειρότερα, των πέναλτι. Εκεί που νομίζεις ότι μπορεί να ξαναζήσεις τον εφιάλτη στο δρόμο με τη Μίλαν και τη Γιούβε, ο άλλος Ντιέγκο Αρμάντο γράφει ένα υπέροχο τεμάχιο, βάζοντας τις βάσεις για να την ακούσει ασύστολα με την πάρτη του ο Σπέσιαλ (Μπαρκα)Ουάν καμιά ώρα μετά.Στο μεταξύ, ο Ρομπέν ταλαιπωρούσε το τόπι και τον εαυτό του, κάνοντας την παλαβή και νομίζοντας –επί ματαίω Τζώνη μου- πως από την άλλη μεριά θα έβρισκε τον Ριμπερί. Έλα που η μπάλα έφτανε σε κάποιο Γερμανό, ο οποίος μπλοκαρισμένος από τη Μικτή Λατινικής Αμερικής, πρόκρινε τη λύση με την οποία το εθνικό του φρόνημα έχει γαλουχηθεί γενιές και γενιές: η μπάλα πίσω και φτου κι απ’την αρχή. Ολλανδία χωρίς το ταλέντο, την έμπνευση και τα γκαζοζέν εξτρέμ. Μόνο ο Ρομπέν δηλαδή.
Ο Βερνίκος στην κοσμάρα του. Είτε περιέγραφε το τελευταίο ματς του Γαύρου στα πλεηόφ είτε τον τελικό ευρωπαϊκού κυπέλλου, η ταχύτητα και η ένταση ήταν οι ίδιες: πιο βαρετός, πεθαίνεις. Έπρεπε να ακούσουμε το σποτάκι με το Σωτηρακόπουλο να φωνάζει "Μιλίτο, σουτ, και γκολ!" για να καταλάβουμε ότι βλέπαμε τελικό. Αλλά σάμπως βοηθούσε και κανείς τους, πέρα από τον Μιλίταρο; Κάθε σοβαρός σπορτοκάστορας (ίσως κι ο Βερνίκος όμως) θα παρακαλούσε να μην πηγαίνει η μπάλα στον Σβαϊνστάινγκερ ή τον Μπαντστούμπερ, για να μη χρειάζεται να προφέρει αυτούς τους γλωσσοδέτες, που ούτε για γκολ το πήγαιναν ούτε για κάτι άλλο που να μοιάζει με συναρπαστική δραστηριότητα. Ο Αλτιντόπ πάνω που έδειξε πως θα μπορούσε να υπάρξει μια κάποια επικυνδυνότητα κι από την αριστερή πλευρά -και μια ευκαιρία να κλατάρει ακόμα κι ο κομάντο Μαϊκόν- έπεσε θύμα του Χίτλερ προπονητή του, ο οποίος ήθελε να έρθει αυτή η νίκη από βέρο Γερμανό ή έστω βορειοευρωπαίο εργάτη. Αλλαγή λοιπόν κι ο Τούρκος και η βύθιση στον καναπέ αναπόφευκτη.
Ο κρατικός υπάλληλος που διαβάζει τα ονόματα των παικτών –και όχι πάντα σε πρώτο χρόνο- φιλότιμα προσπαθεί να ενεργοποιήσει τα νεύρα μας σε ένα άτυπο ματς Ενοχλητικές Κλισαδούρες vs.Βαρεμάρας. Το σκονάκι με τις κοινοτοπίες δίπλα απ’το μικρόφωνο: όταν επιτίθεται μια ιταλική ομάδα το λέμε αντεπίθεση, ενώ το τσούκου τσούκου των Γερμανών το λέμε παιχνίδι στρατηγικής. Πρώτο γκολ της Ίντερ, ο ορισμός του απλού ποδοσφαίρου: βολέ του κήπερ, τσίμπημα με κεφαλιά από τον Μιλίτο, Σνάιντερ την κουβαλάει για λίγο, για πολύ λίγο, τόσο-όσο, ιδανική ασίστ ξανά για το Μιλίτο, επιλογή της καίριας θέση και της θέση του ποδιού, χωρίς καμιά ταλαιπώρια του τοπιού, σουτ, γκολ, κι όλα αυτά σε πέντε δεύτερα της ώρας. Ο Βερνίκος είδε αντεπίθεση, προφανώς είναι ο πιο κοντινός ορισμός για να περιγράψει το mismatch αριθμού ή/και θέσης επιθετικών και αμυντικών. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν πληρώνεται –και πληρώνεται από εμάς- για να περιγράφει αυτές τις φάσεις. Και μετά μας φταίει ο Βουλγαράκης και το ΔΝΤ.
Πίσω στην ουσία, όταν παίζουν δύο ομάδες, μία από τις δύο θα κερδίσει. Ακόμα κι αν πήγαιναν ως το πρωί βαρώντας μπέναλτι, σε έναν από αυτούς τους δύο θα πήγαινε το κύπελλο. Μπάγερν και Ίντερ έπαιζαν, δεν υπήρχε περίπτωση να νικήσει στο τέλος η Μπαρτσελόνα ή καμιά Μάντσεστερ. Κι όσο δυσκολευόμασταν στο ξεκίνημα του αγώνα να ξεκαθαρίσουμε ποια από τις δύο θα κερδίσει εκ μέρους μας μία μίνιμουμ οπαδική προτίμηση –έτσι, για τη χαρά της μπύρας και της παρέας- άλλο τόσο δυσκολευόμασταν προς το τέλος να δεχτούμε ότι τελικά αυτή η Ίντερ, αυτού του προπονητή, θα κατακτούσε όντως το τρόπαιο, ένα τρόπαιο για το οποίο κόπιασε και ο Μέσι και ο Τσάβι, και μάλιστα πολύ πιο τίμια. Από την άλλη, δυσκολευόμασταν να πιστέψουμε και στην έκπληξη -αντίστοιχη εκείνης που στέρησε το ’99 το τρόπαιο στη Μπάγερν- όχι γιατί δεν φαινόταν εφικτή, αλλά ακριβώς επειδή τίποτα δεν την έκανε να φαίνεται εφικτή, δεν άξιζε κιόλας. Και σιγά μην έκαναν οι Γερμανοί έκπληξη. Πότε έκαναν, για να την κάνουν τώρα;
Το φινάλε βρίσκει την ομάδα που ήταν πράγματι καλύτερη να κερδάει με δύο τέρματα διαφορά, έχοντας κρατήσει και την παρθενιά της στο δίχτυ. Αλάνθαστοι αμυντικά, απόλυτα πειθαρχημένοι σε όλες τις γραμμές, ουσιαστικοί, γρήγοροι και εκρηκτικοί όποτε χρειάστηκε (λέγε με Μιλίτο βέβαια, άντε και Πάντεφ), με αλληλοκαλύψεις για σεμινάριο, με πάθος και δύναμη και πίστη για τον τίτλο. Χωρίς φαντασία και έμπνευση βέβαια (πλην των δύο φάσεων και πάλι του Μιλίτο). Αν έψαχνες γι αυτά όμως, δεν θα τα έβρισκες έτσι κι αλλιώς σε ομάδα του Μουρίνιο. Ούτε και στους Γερμανούς βέβαια.
Και επειδή αρκετά γκρίνιαξα φέτο για τη ζοχάδα του σιχαμένου που παραμένει σιχαμένος, ως (λίγες) όμορφες εικόνες του τελικού κράτησα τον σπουδαίο εργάτη και τεχνίτη Μιλίτο να πανηγυρίζει σαν πιτσιρικάς στην αλάνα, μαζί με το πιτσιρίκι του, επιβεβαιώνοντας το στάτους των αληθινά μεγάλων παιχτών –όπως έκανε κι ο Φορλάν πριν λίγες μέρες. Κράτησα τη μούρλα του πάντα στυλάτου –σχεδόν ροκαμπιλάτου- και επίσης σπουδαίου Ζανέτι, που μετά από 700 παιχνίδια με αυτό το πάλαι ποτέ σκορποχώρι, το άξιζε ο φουκαράς μια κούπα της προκοπής. Ως κλισέ εικόνα, μειδίασα στην ανεπιτήδευτη (;) μόδα που θέλει τους μισθοφόρους στο τέλος του αγώνα να σκεπάζονται με τη σημαία της χώρας απ’όπου προέρχονται κι όχι εκείνης όπου βρίσκουν δουλειά, φέρνοντας σε αμηχανία τους διάφορους ultras. Αλλά από κλισέ άλλο τίποτα, μην αρχίσω πάλι. Άλλος ένας τελικός που περνάει στη λήθη, που έχει ήδη γίνει μία στατιστική καταγραφή και μόνο, καθώς και άλλο ένα επιχείρημα για όσους θα μας τα πρήζουν (και πάλι) του χρόνου για τον καλύτερο προπονητή του κόσμου. Ένας μεγάλος αποχαιρετισμός για το Ζανέτι, μια δικαίωση για τον πατέρα Μοράτι –αλλά και το γίγαντα Λούσιο- μια μεγάλη στιγμή στην καριέρα του Ετό ως αμυντικό χαφ, ένα μεγάλο γαμώτο για τον κουασιμόδο Ριμπερί, ένα γαμωτοκερατόμου για τον πολύ Ρομπέν, ένα χαστούκι στο γεροντικό ποδόσφαιρο που πλέον εκπροσωπεί ο επιστήμονας Φαν Χάαλ και άλλο ένα μεγάλο χασμουρητό για την ποδοσφαιρική φιλοσοφία των Γερμανών. Κι ένα ακόμα χασμουρητό για τον ακουσμένο Μουρίνιο. Στ’αρχίδια μας οι έξυπνοι που πάνε ψηλά, που λέει κι ο Θάνος.
Σάμουελ Ετό, η ιδανική λύση για πλήρωση του κενού
που πιθανώς αφήσει ο Αβραάμ Παπαδόπουλος στο Γαύρο.




0 comments:
Post a Comment