Η γιαγιάκα είναι από το Άργος. Εδώ και 50 (και πλέον) χρόνια είναι οργανωμένο μέλος του συνδέσμου φίλων του Παναθηναϊκού. Πρόσφατα διαγνώστηκε με νόσο αλτσχάϊμερ -νόσος δύσκολη για να την προφέρεις, αλλά και να την ανακαλέσεις στη μνήμη σου... Ούτε και κείνη θυμάται από πότε έχει να ανανεώσει τη σύνδρομή της στο κλαμπ. Μετά βίας θυμάται πλέον ποια είναι η ομάδα που υποστηρίζει, ενώ ακόμα και όταν -δια μέσου ξαφνικών εκλάμψεων- ενθυμείται ότι ο Παναθηναϊκός είναι ο εκλεκτός του οπαδικού της φρονήματος, αδυνατεί πλήρως να ενθυμηθεί το λόγο για τον οποίο συμβαίνει αυτό. Πάει και καιρός, βλέπεις, που'χει να δει χαρά στα σκέλια της -περίπου όσο έχει να κερδίσει και ο Παναθηναϊκός κάποιο ποδοσφαιρικό σύλλογο του Πειραιά (και όχι τον Εθνικό)- έχει πεθάνει χρόνια και ο ναύαρχος -ο σύζυγος- έφτασε η ζωή στο τέρμα, όπως ένα κέρμα (στην ανηφοριά).Η παραδουλεύτρα της, όμως, Γαύρισσα γαρ και Περαιώτισσα (από τα Ταμπούρια) είναι πονετικιά. Τις δύσκολες μέρες που η γραία δεν θυμάται ούτε τ'όνομά της, ρίχνει στον (κόκκινο) κουβά της -εκτός από το ηλίθιο στοίχημα που έδινε 3,60 απόδοση για νίκη του Γαύρου και από ιδεολογική εγγύτητα δεν καταδεχόταν να το παίξει, αν και γνώριζε πως θα έλυνε τη βιοποριστική της εκκρεμότητα δια παντός- πράσινη μπογιά και καλλιτεχνεί το σπίτι της γριάς (που δεν έχει πια τη μπάλα), τις πόρτες, τους τοίχους, με σύμβολα και διακριτικά που να υπενθυμίζουν στη γραία τις τελευταίες χαρές της ζωής, τις μικρές κυριακάτικες απολαύσεις, την αξία της ωρίμανσης, της σημασία της γήρανσης, την ελπίδα και το όνειρο, την ελπίδα που πεθαίνει τελευταία και το όνειρο που πεθαίνει συνήθως πρώτο, συνήθως Σεπτέμβρη με Οκτώβρη.
Αυτή τη φορά η γραία έδειχνε απελπισμένη, αλλά και απροσδόκητα αποφασισμένη και δυναμική. Τσακισμένη από τη ζωή και τις κυριακάτικες απολαύσεις (των άλλων), τηλεφώνησε στο συνδρομητικό κανάλι και απαίτησε αποζημίωση, καθώς και επιστροφή του εξοπλισμού, αλλά και ακύρωση του συμβολαίου της. Τηλεφώνησε στο Σκάϊ για τα υπόλοιπα παράπονα και στόλισε με μερικά γαλλικά τη μητέρα του Πορτοσάλτε, αδυνατώντας να γίνει ακριβοδίκαιη στη δύσκολη για εκείνην στιγμή -αφού ακόμα και στις συστάσεις της τηλεφωνήτριας για ψυχραιμία, η γραία απάντησε περήφανα 'πορτοσάλτα και γαμήσου μωρέ νιάνιαρο'. Αμέσως μετά, τηλεφώνησε οργισμένα στην παραδουλεύτρα και με κάποια υποβόσκουσα πικρία -έκδηλη ίσως στην προφορά του σίγμα- βροντοφώναξε στεντόρεια το νοσταλγικό στίχο του Παπάζογλου "δεν θέλω να'μαστε ούτε φίλοι ούτε εχθροί, θέλω να μην θυμάμαι" και έκλεισε το τηλέφωνο. Η βιοπαλαίστρια το'πιασε το μήνυμα. Η πρώτη αντίδρασή της ήταν η ανιδιοτελής ανησυχία για την κυρία της. Η δεύτερη -και εξίσου άμεση- ήταν να βρεθεί σε χρόνο ντετέ στο σπίτι της κυρίας και να εξαφανίσει με κάθε τρόπο τα τεκμήρια αυτού του ξαφνικού επεισοδίου (πιθανώς εγκεφαλικού) και να προλάβει το ενδεχόμενο άλλου επεισοδίου, πιότερα επώδυνου και οριστικά επώδυνου.
Η γραία είχε θυμηθεί. Αλλά πλέον ήθελε να ξεχάσει. Τα πάντα και για πάντα.


4 comments:
Τη μπάλα έχει τώρα η γραία...είδες που φώναζες...ξαναγυρίσαμε στην επικαιρότητα...Επίσης, χαίρομαι που για να γεμίσουν το Ο.Α.Κ.Α. επιστρατεύτηκαν όλοι, πήραν τις γκόμενες τους, τις συνυφάδες τους, τον χαζό του χωριού, αλλά έμειναν με την γλύκα και τη φάπα. Βγήκαν, λοιπόν, από το καβούκι, βάλαν τα διακριτικά τους και πήγαν τάχατες για φιέστα. Μα του κάκου, το κόμπλεξ είναι σαν τον μαλάκα της τάξης.Όσο κια αν θες να τον αποφύγεις, αυτός σου γαμάει τα σχέδια...
Μα, ποια επικαιρότητα; Εγώ φταίω που ασχολούμαι με τις μικρές ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων -όπως και αυτοί που περιγράφεις- και ειδικά με το θέμα των γηρατειών με το οποίο είμαι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος...
Δεν σου φώναξα ποτές (θωρακισμένη μερσεντές). Μια κουβέντα είπα, ΜΙΑ...
ΕΚΑΤΟ γκολ έβαλες εσύ, να μην πω κι εγώ ΜΙΑ;... ΜΙΑ... δηλαδή, μία... ξέρεις...καταλαβαίνεις...Μία...
Μία φάροου τεκμπιλέκ
χάι-τεκμπιλέκ.
Post a Comment