Χαζεύοντας όμως τις φάτσες των παιχτούρων της '86 φάσης, συνειδητοποιώ ότι υπάρχουν καταγραφές στο προσωπικό ασυνείδητο που το κάνουν πια ορατό και σχετικά συνειδητό. Ξαφνικά μου είναι πολύ οικεία, σε βαθμό ανακουφιστικού deja vu, η μορφή του Mark Hateley της Αγγλετέρας (και της Μίλαν), ενώ αν με ρωτούσες μόλις χτες θα ορκιζόμουν πως το όνομα αυτό δεν μου λέει απολύτως τίποτα. Και παρ'ότι δεν είχα συμπληρώσει το συγκεκριμένο άλμπουμ όταν ήμουν πιτσιρικάς (το'χα φτάσει κάπου στη μέση νομίζω), διαπιστώνω ότι μου έχει εντυπωθεί και η θέση του συγκεκριμένου αυτοκόλλητου, όπως και η θέση της εικόνας του Μαραντόνα. Ξεφυλλίζοντας, γίνονται ακόμα πιο οικείες οι φιγούρες του μεγάλου (και σπάνιου στη γειτονιά μου) Paolo Rossi, του Oscar Alfredo Ruggeri της Αρζεντίνας, του Jan Ceulemans του Βελγίου, του Marton Esterhazy της Ουγγαρίας, τα διπλά της Αλγερίας (δύο παίχτες στο ίδιο αυτοκόλλητο, όπως στις περισσότερες πρωτοεμφανιζόμενες ή minor ομάδες), τον Falcao της Βραζιλίας, τον πιτσιρικά τότε Emilio Butragueno της Εσπάνας, τον Pierre Littbarski των Πάντσερ, τον Rummenigge, τον Augenthaler, πωπω θυμάμαι όλο το δισέλιδο της Γερμανίας, φωτογραφικά σχεδόν, αλλά και τον Jorge Barrios της Ουρουγάης (με την περηφάνια να διαβάζω από κάτω του Olympiakos GRE), τον Kenny Dalglish που πάντα νόμιζα πως είναι Άγγλος, αλλά είναι Σκωτσέζος, τον επίσης Σκώτο Graeme Souness, βλέπω κι άλλους Σκωτσέζους και θυμάμαι, αν είναι δυνατόν (πως είναι δυνατόν;) να θυμάμαι τόσες μορφές από τη Σκωτία, τον Roy Aitken, τον Steve Archibald, τον κήπερ Jim Leighton... Ακόμα κι ο παντελώς άγνωστός μου -ακόμα και σήμερα- Kenneth Brylle της Δανίας, στη συγκεκριμένη πόζα, χαμογελαστός, είναι μια φωτό που ξέρω ότι δεν βλέπω για πρώτη φορά.
Τα διάφορα πληροφοριακά περί της ιστορίας του θεσμού που αναγράφονται στις πρώτες σελίδες, με βάζουν σε ένα όμορφο τριπ γνώσης και στατιστικής/συγκριτικής προσέγγισης. Food for thought και κάνω τις εξής διαπιστώσεις:
Η λέξη 'μουντιάλ' προέρχεται από λατινοαμερικάνικη γλώσσα και εννοεί το 'παγκόσμιο'. Στην πρώτη αφίσα Μουντιάλ, στην Ουρουγουάη το 1938, αναγράφεται: campeonato mundial football. Και έτσι έμεινε Μουντιάλ, παρ'ότι το εν λόγω κύπελλο μέχρι και το 1970 είχε γαλλικό όνομα, Ζιλ Ριμέ. Από το DNA της λέξης, καταλαβαίνουμε πως μουντιάλ δεν γίνεται χωρίς τους μπάσταρδους αλήτες από Παναμά και κάτω.
Τα Μουντιάλ διοργανώνονται είτε σε κάποια highclassάτη ευρωπαϊκή πόλη είτε σε κάποια ημιεξαθλιωμένη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Μια πρωτότυπη ιδέα σχετικά με το μέρος έπεσε για το 2002, η οποία όμως σφραγίστηκε με ένα πολύ βρώμικο και βαρετό πρωτάθλημα. Το Μουντιάλ που ξεκινάει μεθαύριο, επίσης πρωτοτυπεί ως προς τον τόπο διεξαγωγής του, αν και κρατάει κάτι από την αίγλη των λατινοαμερικάνικων φάσεων, λόγω εξαθλίωσης.
Όποτε η διοργάνωση Μουντιάλ φιλοξενήθηκε σε χώρα της Λατινικής Αμερικής, το τρόπαιο κατακτήθηκε από ομάδα της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα κι όταν τη διοργάνωση υπέγραφε επί αμερικανικού εδάφους μια μη λατινοαμερικανική δύναμη (η εξής μία: το 1994), πάλι από λατινοαμερικάνικη μπαλεαδόρ είχε κατακτηθεί.
Αντίστοιχα, όποτε η διοργάνωση έλαβε χώρα σε ευρωπαϊκή πόλη, το τρόπαιο κατέληξε σε ευρωπαϊκή δύναμη (με μία μοναδική εξαίρεση το 1958 στη Σουηδία, όπου η μεγάλη Βραζιλία φεύγει για πρώτη φορά έβερ θριαμβεύτρια του θεσμού).
Τη μόνη φορά που ο θεσμός κατέλαβε γήπεδα άλλης ηπείρου (δηλαδή το 2002), έγινε κάτι σαν κλήρωση μεταξύ των παραδοσιακών δυνάμεων, φαβορί που λένε κι οι στοιχηματζήδες, και από κεκτημένη ταχύτητα και παράδοση, το τρόπαιο έφτασε στα χέρια των Βραζιλιάνων.
[Φέτο, έχουμε άλλη μια νέα ήπειρο που μπαίνει στο παιχνίδι της διοργάνωσης, γεγονός που μου δίνει όλο το δικαίωμα να ελπίζω πως η στατιστική θα φέρει την Αργεντινή ως δεύτερη επιλαχούσα στις παραδοσιακές λατινοαμερικάνικες δυνάμεις, οι οποίες αξιωματικά και με συνοπτικές διαδικασίες θα σηκώσουν το τιμημένο. Είναι και η εξαθλίωση που προείπα που στέκει ως συγγένεια, οπότε...].
Στις 18 διοργανώσεις του θεσμού, μόλις 6 φορές το τρόπαιο κατέληξε στη διοργανώτρια χώρα. Αυτό μας κάνει 1 προς 3.
Ιταλοί και Γερμανοί το έχουν σηκώσει από μια φορά έκαστοι ως διοργανωτές. Οι Γερμανοί το έχουν σηκώσει μία φορά στην Ιταλία (1990) κι οι Ιταλοί επί γερμανικού εδάφους το 2006.
Παρατηρώ πλέον προσεκτικά τις συνθέσεις, 16άδες, και τους παίχτες έναν-έναν. Στην Ιταλία, όλοι οι διεθνείς αγωνίζονται σε ομάδες του καμπιονάτο. Αυτό άλλωστε θα πει και εθνική. Οι καλύτεροι παίχτες του ντόπιου ποδοσφαίρου, όπως ξεχώρισαν στις εντεκάδες της Ρόμα, της Ίντερ, της Μίλαν, της Γιούβε. της Σαμπντόρια, της Νάπολι, της Φιορεντίνα και της Βερόνα. Μια μικρή διαφήμιση εν είδει αντιπροσώπευσης του ποδοσφαιρικού στυλ που διακρίνει τους μπαλαντόρο της χώρας και τα παιχνίδια που παίζουν όλο το χρόνο. Στη Βουλγαρία το ίδιο. Επίσης στη Σοβιετία, την Ουγγαρία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, το Μαρόκο, τον Καναδά, την Αλγερία. Όλοι οι παίχτες αγωνίζονται στο εθνικό πρωτάθλημα. Στη Νότιο Κορέα, στο Ιράκ, το ίδιο. Στη Γαλλία, επίσης το ίδιο, αν εξαιρέσεις τον πολύ Πλατινί που κλωτσούσε τόπι σε Ιταλία μεριά. Στο Μεξικό, μόνο ο Hugo Sanchez χαλάει τη σούπα με την προσφυγιά του για χάρη της Ρεάλ Μαδρίτης. Στο Βέλγιο μόνο ο κήπερ θρύλος Jean Marie Pfaff -κι αυτός σε κοντινή φάση, στη Γερμανία. Στην Αργεντινή, μόλις 7 παίχτες αγωνίζονται σε ξένα πρωταθλήματα -κυρίως Ισπανία και Ιταλία, δηλαδή ας το πούμε κοντινό ποδόσφαιρο όσο αφορά το ταμπεραμέντο. Από Παραγουάη φάση, 4 παίχτες της εργάζονται στην Κολομβία, ένας στη Βραζιλία και ένας στο Μεξικό. Στη Βραζιλία μόλις τρεις παίχτες, παλιά μου τέχνη κόσκινο, παίζουν εκτός φαβέλας. Στη Γερμανία καμαρώνει κανείς έναν και μοναδικό πρόσφυγα, τον Ρουμενίγκε, που παίζει για λογαριασμό της Ίντερ. Στην Αγγλετέρα επίσης, μόνο ένας είναι που εχει βγάλει τη χρονιά του μακριά από τα αγγλικά γήπεδα.
Κοιτάζω και τα φετινά, αν και το συμπέρασμα το’χεις ήδη πιάσει. Και μόνο στην εθνική του Ρεχάγκου αν κοιτάξεις, 9 παίχτες είναι δηλωμένοι σε ξένα πρωταθλήματα (το ποιοι από αυτούς παίζουν πράγματι σ’αυτά, είναι άλλη ιστορία). Οι Ιταλοί επιμένουν όπως πάντα σταθερά, κανείς τους δεν καταδέχεται να παίξει εκτός της χώρας (αν και ο Καναβάρο έκλεισε τώρα σε κάποια τριτοκοσμική νομίζω, από αυτές των λεφτάδων, Εμιράτα, Κατάρ, κάτι τέτοιο), είναι αξιοθαύμαστο πως δεκαετίες τώρα οι φωτομόντελοι υπηρετούν αυτό τον ιδιότυπο ποδοσφαιρικό εθνικισμό. Και καλά κάνουν. Αντίστροφα όμως, αν ρίξεις μια γρήγορη ματιά στις συνθέσεις των ομάδων του καμπιονάτο, θα βρεις πλέον μικρές λεγεώνες των ξένων, με αποκορύφωμα την τσαμπιοσληγκάτη και τρεμπλάτη Ίντερ του Μουρίνιο, όπου τα ιταλικά ακούγονταν μόνο στην κερκίδα και τους συνδέσμους. Στη Γερμανία σοβινισμός κι εκεί όσο δεν πάει, ούτε ένας εκτός συνόρων, αλλά κι εδώ το μέσα στα σύνορα σε επίπεδο επαγγελματικού πρωταθλήματος δεν μπορεί να ικανοποιήσει κανέναν εθνικιστή. Στην Ισπανία κρατάνε κι εκεί γερά, μόλις τρεις έχουν βγάλει πράσινη κάρτα. Στη διπλανή Παρτογαλία πάλι, δεν συμβαίνει το ίδιο: 13 στους 23 είναι ξενιτεμένοι. Μέχρι και ο πολύπαθος Ηρακλής καμαρώνει συμμετοχή εδώ μέσα. Η Ολλανδία καμαρώνει 14 ξενιτεμένους. Στην Αρζεντίνα, ακόμα χειρότερα, μόλις 6 στους 23 βγάζουν ψωμί στη χώρα που επισκέφτηκε η Κρίση πριν έρθει σε μας αρμένικη βίζιτα. Στη Βραζιλία τα νούμερα είναι ίδια με κείνα του ’86, αλλά ανάποδα: τρεις είναι όλοι κι όλοι οι παίχτες που δείχνουν να εκτιμούν το τοπικό πρωτάθλημα. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη Σελεσάο αγωνίζονται τρεις παίχτες που ανήκουν στην ιταλικών συμφερόντων Ίντερ, ενώ στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Ιταλίας, ούτε ένας –και μιλάμε για την ομάδα που κατέκτησε πρωτάθλημα και κύπελλο Ιταλίας, καθώς και το πρωτώθλημα Ευρώπης. [Το άλλο κουφό μ’αυτή την λατινοφευγάτη ομάδα είναι πως έχει για αρχηγό έναν παίχτη που αγωνίζεται σε ελληνική ομάδα...].
Θα μου πεις βέβαια τι τα τσαμπουνάω ολ’αυτά τα στατιστικά και τι θέλω να πω. Ή σάματις περιμέναμε τη φάση της panini να μας πει αυτό που τόσοι και τόσοι φωτισμένοι συγγραφίκοι και κοινωνικοί αναλυταράδες έχουν γράψει σε βιβλία και κιτάπια: η ιδιοκτησία δεν (ανα)γνωρίζει σημαία και φανέλα, δεν μασάει από εθνικούς ύμνους και πατριωτικό τσαμπουκά. Η ιδιοκτησία πηγαίνει αξιακά πολύ πέρα από αυτά τα συλλογικά ασυνείδητα και κερδίζει τη μάχη ακριβώς γιατί γίνεται συνειδητή, ακραία συνειδητή, απτή και χειροπιαστή είτε ως προς το συμφέρον είτε ως προς το κόστος. Δεν είναι λίγες πλέον οι στιγμές που στις αναμεταδόσεις των αγώνων, πάνω στο γκολ, αντικρίζουμε παίχτουρες εκατομμυρίων να φιλάνε με πάθος και αφοσίωση (και επαγγελματική ευσυνειδησία) όχι κάποιο εθνόσημο της χώρας τους ή της χώρας που τους δίνει ψωμί (και πράσινη κάρτα), αλλά της εταιρείας για την οποία δουλεύουν, για την οποία σκοράρουν. Ολοένα και περισσότερο, οι ομάδες-εταιρείες γκρινιάζουν για τις συμμετοχές των εκατομμυριούχων εργαζομένων τους στις εθνικές τους ομάδες. Συχνά μπορεί να απαγορεύουν και τη συμμετοχή τους σε διεθνείς αγώνες. Πάνω απ’όλα το συμβόλαιο. Το μοναδικό πραγματικά τιμημένο.


0 comments:
Post a Comment