Σήμερα έπεσα πάνω σ'αυτό. Στο Θέμη τον Σάλι. Θέμης Σάλις.
Γραφική φιγούρα της ορίτζιναλ εξέδρας. Απέθανε φέτος τον Ιούνη και έτσι τα ελληνικά γήπεδα και η τελετή της Κυριακής έχασαν κάτι ακόμα από την ομορφιά τους, όση δηλαδή είχε μείνει. Και που αυτή η ομορφιά σίγουρα έχει να κάνει με αυτούς και μόνο. Όπως και η Κυριακή ήταν τελετή, γιατί κάτι τέτοιοι ημίτρελοι (ή θεότρελοι) την έκαναν τελετή. Ήταν το πριν, το μετά, ο χαβαλές, το μπούγιο τριγύρω. Και δεν ήταν μόνο ο κυρ-Θέμης. Ήταν ο Αττίλιο, ο Εθνικάρας Ματζουράνης, ο ακούραστος και πανταχού παρών Τζίμης και άλλοι πόσοι. Επώνυμοι, ανώνυμοι. Λαός.
Ήταν και οι σκιές που μιλάνε στο βιβλίο του Χαριτόπουλου.
Η νύχτα που'φυγε ο Μπούκοβι. Κάθε όνομα, μια ιστορία.
Ο Βαρίτης, οι Μελάδες, ο Πέτρος ο Κεφάλας, ο Μιχάλης που τον κλάψανε όλα τα Μανιάτικα. Ο Πειραιάς μιας εποχής. Όπως αποτυπώθηκε στην πίστη του για έναν προπονητή, για τον πατέρα. Για του Μπούκοβι την ομαδάρα. Που μόλις έφυγε, σταμάτησε η συγκοινωνία κάτω απ'το ξενοδοχείο της Καστέλας, ανεμίζανε ασπροκόκκινες σημαίες και κασκόλ, ανάβανε στριμμένες eφημερίδες και κεριά, κι οι πιο μικροί, με δάκρυα στα μάτια φωνάζανε:
Πατέρα! Μη φεύγεις!...
Άλλες εποχές θα πεις. Γραφικός θα πεις. Νοσταλγός και άλλα τέτοια.
Παπάρια νοσταλγός είμαι. Δεν τα έζησα, παρά μόνο είτε από διηγήσεις είτε στη δύση τους, στην παρακμή τους, στην cultοποίησή τους...
Είναι όμως αυτή η μαγιά που χάνεται, αυτός ο κόσμος, αυτό το θυμικό, όχι η αγνότητα -ούτε η αθωότητα- αλλά η καθαρότητα, η καθαρότητα στα βλέμματα, στα συνθήματα, ακόμα και στις αντεγκλήσεις της εξέδρας, ακόμα και στους τσαμπουκάδες. Ξεκάθαρα πράματα. Αυτές οι μικρές γιορτές, αυτές που έκαναν το γήπεδο ναό, που έκαναν το παιχνίδι γιορτή και όχι οργανωμένο ξύλο, συνδέσμους, φονικά ραντεβού, εκπομπές με sms καφρίλας, τσουκαλάδες, χατζηχρήστου και άλλα τέτοια μηδενικά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Στη χώρα του υπαρκτού σουρρεαλισμού, στη χώρα που κυκλοφορούν δύο βιβλία για κάποιον Μπούκοβι, καθόμαστε και αναλύουμε πλέον τροχιές της μπάλας, γωνίες λήψης, αμφισβητούμενες φάσεις, πάντα με προφίλ εισαγγελέα και επιστήμονα ταυτόχρονα, ειδικοί, σχολιαστές, μετράνε χιλιόμετρα που διένυσαν κάποιοι Κατσουράνηδες και διάφοροι μοσχοπληρωμένοι Σισέδες, ψωροκώσταινα της γκρίνιας και της άποψης (επί παντός), αλλά και με ευρωπαϊκή περιβολή, Πέτρος Μίχος με κουστούμι και γραβάτα πάντα, "τους ποδοσφαιριστάς" πάντα, Τάκης Γκώνιας πιο μοντέρνο μυαλό, βλέπει μπάλα το παιδί, ξέρει, δικός μας, αναλύει τις φάσεις από μέσα, Βαρούχας μετά για εγκυρότητα, τσουτσέκια Παπαδημητρίου και Κατσαροί που δεν ξέρουν να μιλήσουν -ούτε ραντεβού να κλείσουν και να πουν σωστά την ώρα- καμώνονται πως μπορούν να μας μεταφέρουν την ενέργεια και τον ιδρώτα του ταρτάν ή -ακόμα χειρότερα- νομίζουν πως μπορούν να λένε μικρό τον Φετφατζίδη, γλάστρες παραδίπλα γιατί είναι λάηφσταηλ πλέον να βλέπουν και οι γυναίκες μπάλα, αλλά να βάλουμε και γενικά τη γκόμενα στο παιχνίδι, αφού δεν βλέπουμε μπάλα, ας παίρνουμε λίγο μάτι, φωτομοντέλα, καθηγητές, γραβάτες, ακόμα και ο Λάλας εκπομπή για μπάλα, ένα χάος από φωνές και απόψεις και συστήματα και αναλύσεις, που και που ο ταλαίπωρος ο Γκμοχ να μας θυμίζει κάτι από τα παλιά, αλλά και να μεγαλώνει το χάος με αυτές τις θρυλικές του προτάσεις που αρχίζουν στις 9 και τελειώνουν μετά τις τελευταίες διαφημίσεις, κανάς τριπλοχειρουργημένος παίχτης που σταμάτησε άδοξα τη μπάλα, κανάς Κωστής κανάς Γεωργακόπουλος, διάφοροι υπεράνω, πάντα υπεράνω, πάντα ψύχραιμοι, πάντα comme-il-faut, ποτέ οπαδοί, ποτέ εμπαθείς, ποτέ στιγματισμένοι, ποτέ απρεπείς. Αυτοί κατάντησαν γραφικό τον κάθε κυρ-Θέμη και τους Αλέφαντους, με τους οποίους νομίζουν ότι σπάνε πλάκα. Ο Αλέφαντος, ρε, είναι παλικάρι...
ΥΓ. Ήθελα να γράψω κάτι και για το χτεσινό ματς και τον Γαύρο. Τι να γράψω όμως τώρα; Σωστό στήσιμο, αλλά; Καλός μωρέ ο Μήτρογλου αλλά λίγος; Ο Ντουντού περνάει κρίση το παιδί; Ο Γκαλέτι θα γιάνει ποτέ; Όλα ακούγονται μπαλώματα και δικαιολογίες. Να'βλεπα πραγματική και μεγάλη μπάλα, να το εκτιμούσα. Να σου έγραφα το κατιτίς. Για μπάλα είπαμε είναι το μπλογκ, όχι για το Γαύρο. Όλα τ'άλλα είναι για τους τελειωμένους που παίρνουν στον Γεωργίου να κάνουν το κομμάτι τους. Τσάμπα μαγκιά, τσάμπα μπάλα, Τσάμπα Λιγκ...
Ήταν και οι σκιές που μιλάνε στο βιβλίο του Χαριτόπουλου.
Η νύχτα που'φυγε ο Μπούκοβι. Κάθε όνομα, μια ιστορία.
Ο Βαρίτης, οι Μελάδες, ο Πέτρος ο Κεφάλας, ο Μιχάλης που τον κλάψανε όλα τα Μανιάτικα. Ο Πειραιάς μιας εποχής. Όπως αποτυπώθηκε στην πίστη του για έναν προπονητή, για τον πατέρα. Για του Μπούκοβι την ομαδάρα. Που μόλις έφυγε, σταμάτησε η συγκοινωνία κάτω απ'το ξενοδοχείο της Καστέλας, ανεμίζανε ασπροκόκκινες σημαίες και κασκόλ, ανάβανε στριμμένες eφημερίδες και κεριά, κι οι πιο μικροί, με δάκρυα στα μάτια φωνάζανε:
Πατέρα! Μη φεύγεις!...
Άλλες εποχές θα πεις. Γραφικός θα πεις. Νοσταλγός και άλλα τέτοια.
Παπάρια νοσταλγός είμαι. Δεν τα έζησα, παρά μόνο είτε από διηγήσεις είτε στη δύση τους, στην παρακμή τους, στην cultοποίησή τους...
Είναι όμως αυτή η μαγιά που χάνεται, αυτός ο κόσμος, αυτό το θυμικό, όχι η αγνότητα -ούτε η αθωότητα- αλλά η καθαρότητα, η καθαρότητα στα βλέμματα, στα συνθήματα, ακόμα και στις αντεγκλήσεις της εξέδρας, ακόμα και στους τσαμπουκάδες. Ξεκάθαρα πράματα. Αυτές οι μικρές γιορτές, αυτές που έκαναν το γήπεδο ναό, που έκαναν το παιχνίδι γιορτή και όχι οργανωμένο ξύλο, συνδέσμους, φονικά ραντεβού, εκπομπές με sms καφρίλας, τσουκαλάδες, χατζηχρήστου και άλλα τέτοια μηδενικά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Στη χώρα του υπαρκτού σουρρεαλισμού, στη χώρα που κυκλοφορούν δύο βιβλία για κάποιον Μπούκοβι, καθόμαστε και αναλύουμε πλέον τροχιές της μπάλας, γωνίες λήψης, αμφισβητούμενες φάσεις, πάντα με προφίλ εισαγγελέα και επιστήμονα ταυτόχρονα, ειδικοί, σχολιαστές, μετράνε χιλιόμετρα που διένυσαν κάποιοι Κατσουράνηδες και διάφοροι μοσχοπληρωμένοι Σισέδες, ψωροκώσταινα της γκρίνιας και της άποψης (επί παντός), αλλά και με ευρωπαϊκή περιβολή, Πέτρος Μίχος με κουστούμι και γραβάτα πάντα, "τους ποδοσφαιριστάς" πάντα, Τάκης Γκώνιας πιο μοντέρνο μυαλό, βλέπει μπάλα το παιδί, ξέρει, δικός μας, αναλύει τις φάσεις από μέσα, Βαρούχας μετά για εγκυρότητα, τσουτσέκια Παπαδημητρίου και Κατσαροί που δεν ξέρουν να μιλήσουν -ούτε ραντεβού να κλείσουν και να πουν σωστά την ώρα- καμώνονται πως μπορούν να μας μεταφέρουν την ενέργεια και τον ιδρώτα του ταρτάν ή -ακόμα χειρότερα- νομίζουν πως μπορούν να λένε μικρό τον Φετφατζίδη, γλάστρες παραδίπλα γιατί είναι λάηφσταηλ πλέον να βλέπουν και οι γυναίκες μπάλα, αλλά να βάλουμε και γενικά τη γκόμενα στο παιχνίδι, αφού δεν βλέπουμε μπάλα, ας παίρνουμε λίγο μάτι, φωτομοντέλα, καθηγητές, γραβάτες, ακόμα και ο Λάλας εκπομπή για μπάλα, ένα χάος από φωνές και απόψεις και συστήματα και αναλύσεις, που και που ο ταλαίπωρος ο Γκμοχ να μας θυμίζει κάτι από τα παλιά, αλλά και να μεγαλώνει το χάος με αυτές τις θρυλικές του προτάσεις που αρχίζουν στις 9 και τελειώνουν μετά τις τελευταίες διαφημίσεις, κανάς τριπλοχειρουργημένος παίχτης που σταμάτησε άδοξα τη μπάλα, κανάς Κωστής κανάς Γεωργακόπουλος, διάφοροι υπεράνω, πάντα υπεράνω, πάντα ψύχραιμοι, πάντα comme-il-faut, ποτέ οπαδοί, ποτέ εμπαθείς, ποτέ στιγματισμένοι, ποτέ απρεπείς. Αυτοί κατάντησαν γραφικό τον κάθε κυρ-Θέμη και τους Αλέφαντους, με τους οποίους νομίζουν ότι σπάνε πλάκα. Ο Αλέφαντος, ρε, είναι παλικάρι...
ΥΓ. Ήθελα να γράψω κάτι και για το χτεσινό ματς και τον Γαύρο. Τι να γράψω όμως τώρα; Σωστό στήσιμο, αλλά; Καλός μωρέ ο Μήτρογλου αλλά λίγος; Ο Ντουντού περνάει κρίση το παιδί; Ο Γκαλέτι θα γιάνει ποτέ; Όλα ακούγονται μπαλώματα και δικαιολογίες. Να'βλεπα πραγματική και μεγάλη μπάλα, να το εκτιμούσα. Να σου έγραφα το κατιτίς. Για μπάλα είπαμε είναι το μπλογκ, όχι για το Γαύρο. Όλα τ'άλλα είναι για τους τελειωμένους που παίρνουν στον Γεωργίου να κάνουν το κομμάτι τους. Τσάμπα μαγκιά, τσάμπα μπάλα, Τσάμπα Λιγκ...

0 comments:
Post a Comment